Shugyo

ΠΗΓΕΣ :

ΠΛΑΤΩΝ – Μένων / Θεαίτητος

ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ – Περί φύσιος

Ρ. ΝΤΕΚΑΡΤ – Ο λόγος περί της μεθόδου

ΙΜΜ. ΚΑΝΤ – Τα θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών

ΕΥ. ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΣ – Γνωσιολογία / Ηθική

ΦΡ. ΝΙΤΣΕ – βιβλιογραφία

Μ. ΜΕΡΛΩ-ΠΟΝΤΥ – Προοίμιο στη φαινομενολογία της αντίληψης

Κ. ΝΙΛΣΕΝ – Εισαγωγή στη φιλοσοφία της θρησκείας

ΤΖ. ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ – Το δίχτυ της σκέψης / Στη σιγή του νου

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΥΡΑΘΕΝ – Οι σκεπτικοί

ΤΑΚΟΥΑΝ – Η θαυμαστή σοφία του ακλόνητου νου

«Πόση αλήθεια σηκώνει, πόση αλήθεια αποτολμάει ένα πνεύμα; Αυτό έγινε για εμένα, ολοένα και πιο πολύ, το αληθινό μέτρο των αξιών! Η πλάνη…δεν είναι τύφλωση, η πλάνη είναι ανανδρία. Στη γνώση κάθε κατάκτηση, κάθε βήμα εμπρός προέρχεται από το θάρρος, από τη σκληρότητα απέναντι στον εαυτό μας, από την εντιμότητα απέναντι στον εαυτό μας».

Τα παραπάνω λόγια του μεγάλου σοφού, αποτελούν τη δαμόκλειο σπάθη κάτω από την οποία κάθομαι τα τελευταία χρόνια. ΑΛΗΘΕΙΑ – ΕΝΤΙΜΟΤΗΤΑ – ΓΝΩΣΗ – ΘΑΡΡΟΣ. Συνοπτικά γραμμένο, αλλά με τεράστιο βάθος και πλάτος εννοιών και εξηγήσεων, αποτελεί το γνώμονα της ζωής μου, το ζώπυρο των ενεργειών μου, τον οδηγό των πνευματικών μου ασχολιών, είτε πραγματώνεται και εκπαιδεύεται από τις μαχητικές προσεγγίσεις της Ανατολής, είτε αναζητείται από τις θεωρητικές αρεταϊκές αναζητήσεις Ανατολής και Δύσης. Καλούμενος να γράψω το πώς αντιλαμβάνομαι την έννοια του SHUGYO , βασίστηκα – αναφορικά με την προσέγγιση του θέματος – στις εκτιμήσεις τριών μεγάλων δασκάλων των μαχητικών τεχνών, σε καθέναν απ’ τους οποίους βρήκα και διαφορετική θέαση και ερμηνεία του θέματος επί της πραγμάτωσης του SHUGYO στη ζωή τους. Και αναφορικά με την ανάλυση του θέματος – όπως τα χαρακτηριστικά του προσιδιάζουν στη ζωή μου πια – στις εκτιμήσεις και στις θεωρίες αρκετών δασκάλων του πνεύματος και σοφών των αιώνων, με των οποίων τις διαφορετικές οπτικές (αλλά αναζητήσεις πάντα ενός ίδιου τελικού σκοπού) ταυτίζομαι απόλυτα
Τοποθετώντας λοιπόν το SHUGYO σαν την επικεφαλίδα κάτω από την οποία στοιχειοθετεί ο καθένας τις υπόλοιπες έννοιες, δράσεις ή αναζητήσεις του, θα περάσω με μια σύντομη αναφορά από τις τοποθετήσεις των δασκάλων των μαχητικών τεχνών στο πώς ερμηνεύουν / εφαρμόζουν το SHUGYO στη ζωή τους, για να φτάσω στην προσωπική αποτίμηση της έννοιας αυτής σωματικά και πνευματικά.
Το κλασσικό Bujutsu (η πολεμική τέχνη της αυτοάμυνας) αναπτύχθηκε στην Ιαπωνία κατά την Sengoku Jidai εποχή, με την βασική ιδέα να είναι η συστηματοποίηση μοτίβων αμυντικών και επιθετικών κινήσεων, με σκοπό να σκοτώσουν όσο το δυνατόν περισσότερους εχθρούς προς προστασία του άρχοντα και της πατρίδας. Το κλασσικό Budo (ο πολεμικός δρόμος της αυτό-βελτίωσης) ωστόσο αναπτύχθηκε αργότερα κατά την Edo εποχή. Σε μια διάρκεια των 2,5 αιώνων, κατά την οποία επικρατούσε σχετική ειρήνη, χωρίς μάχες και πολέμους, οι samurai έστρεψαν την προσοχή τους εσωτερικά στους ίδιους τους τους εαυτούς , ασχολούμενοι με το να γίνουν καλύτερα ανθρώπινα όντα καλλιεργώντας ηθικές συμπεριφορές και αναγνωρίζοντας εαυτόν ως τον κύριο εχθρό.
Η ανάγνωση της πρακτικής εφαρμογής του SHUGYO από τους σύγχρονους δασκάλους, μου φαίνεται προσωπικά πως επηρεάζεται από αυτήν την αυτό-ενδοσκόπηση των samurai της Edo εποχής. Η προσωπική βαθμονόμηση του χαρακτήρα αφ’ εαυτού και η δυσκολία που ενυπάρχει στην αντιμετώπιση του ενός εχθρού εσωτερικά – του εαυτού με όλα του τα πάθη, τις προλήψεις και ελαττώματα που έχουν συρραφεί στον άνθρωπο ακόμα και πριν αποκτήσει την ιστορία του, έχοντας δηλαδή μόνο βιολογία και τις γενετικώς προκαθορισμένες ηθικές αποσκευές, με ή χωρίς τις οποίες έρχεται στη ζωή – σε σχέση με την αντιμετώπιση των πολλών εχθρών εξωτερικά, αποτέλεσε το ζώπυρο δράσης στην καθημερινότητα των ανθρώπων με παρόμοια ενδιαφέροντα: «Τι κάνω; Τι θέλω; Τι σκέφτομαι; Ποιόν αντιμετωπίζω; Πως ενεργώ; Πως αντιδρώ; Τι επιλέγω;». Μετά από χρόνια σφυρηλάτησης του σώματος στο dojo/kwoon, εξασκητικά και δυναμικά, έρχεται αναπόδραστα η μεταφορά αυτής της εμπειρίας νοητικά και πνευματικά έξω από το dojo/kwoon, στη ζωή.
Έχει ειπωθεί πως δεν αρκεί η σαφήνεια, χρειαζόμαστε εξίσου και την αλήθεια, κάτι το οποίο να έχει αξία και να μπορέσουμε να το υιοθετήσουμε καθαρά και ξάστερα, διότι απεδείχθη επαρκές μετά τον πιο αυστηρό και τον πιο θετικό έλεγχο. Οφείλουμε να ενδιαφερόμαστε για το νόημα, εντούτοις οφείλουμε να ψάχνουμε και για την αλήθεια. Το ότι μιλάω για SHUGYO, ΑΡΜΟΝΙΑ, ΠΝΕΥΜΑ, ΑΓΑΠΗ κλπ, δεν σημαίνει ότι εκφράζομαι κατ’ ανάγκην πνευματικά. Για να είναι οι διατυπώσεις μου κατηγορηματικά ταυτές με έννοιες όπως αυτές, α) θα πρέπει να εκφράζουν ή να επικαλούνται μια πολύ διάχυτη και συνάμα εστιασμένη διάθεση στη ζωή μου, και β) τα αντικείμενα αυτής της διάθεσης πρέπει να είναι αντικείμενα αφοσίωσης και δέσμευσης.

Η πνευματική πρακτική εφαρμογή συνδέεται άμεσα με την απόδοση νοήματος στη ζωή εκείνων που εμπλέκονται σ’ αυτήν. Η ειλικρινής διατύπωση βασικών ηθικό-πνευματικών εκφράσεων συνιστά την αποδοχή ενός ορισμένου προσανατολισμού στη ζωή.
Αυτή λοιπόν την αλήθεια, το νόημα, έφτασα να αναζητώ και εγώ με καθημερινές πρακτικές, όπως εννόησαν και οι δάσκαλοι, έκαστος με τον τρόπο του – είτε είναι η πειθαρχημένη προπόνηση εντός σχολής και αναζήτηση της πραγμάτωσης των διδαχών αυτών αργότερα εκτός σχολής, είτε είναι η κατανόηση του RIAI της τεχνικής, της φόρμας, όχι το πώς να χρησιμοποιήσεις αναγκαστικά μια τεχνική αλλά το πώς να ανακαλύψεις το RIAI της και να είσαι συνεπής σε αυτό, είτε είναι η τελειοποίηση του νου που πρέπει να προηγηθεί της τελειοποίησης της τεχνικής, καθώς με αγνή αρχή θα έχουμε και αγνό αποτέλεσμα.
Κάπου εδώ όμως αρχίζει η υποκειμενική εφαρμογή του SHUGYO (τα λόγια με τα οποία ξεκίνησα την εργασία) να αναζητά χώρους δράσης και εφαρμογής. Στην ανάγκη κατάκτησης της γνώσης, υπό το λαμπερό φως της αλήθειας, στην ακαμψία της σκληρότητας που απαιτεί η πειθαρχία για την απόκτηση του νοήματος και στα βήματα μπροστά που χρειάζεται το θάρρος, έπρεπε να απογυμνώσω το μυαλό μου από κάθε είδους αυθεντία, παραδειγματισμό ή μίμηση που μου παρείχαν το κύρος και η σιγουριά των δρόμων επί των οποίων περπάτησαν οι δάσκαλοι, υπό τις υποδείξεις των οποίων προπονούμαι και από τα χνάρια των οποίων προσανατολίζομαι (χωρίς όμως να πατάω πάνω τους).
Διότι, κάνοντας αλλιώς, μετατρέποντάς τους δηλαδή σε αυθεντίες, το μόνο που έχει να κάνει κανείς είναι απλώς να μιμηθεί, να υπακούσει, να δεχθεί τις εικόνες που αυτοί προσφέρουν. Μ’ αυτό τον τρόπο όμως καταλύεται κάθε άμεση αντίληψη και πρωτοβουλία, απλώς ακολουθώντας αυτό που εκείνοι νομίζουν σαν δρόμο της αλήθειας. Ίσως μπορούν να τον περιγράψουν, να ξυπνήσουν το ενδιαφέρον, την επιθυμία της κατοχής και γεύσης, αλλά δεν μπορούν να δώσουν την αλήθεια. Πρέπει να περπατήσει ο ίδιος ο αναζητών τη γνώση, να κάνει το ταξίδι μόνος του, στο οποίο θα είναι και ο μαθητής και ο δάσκαλος. Αλλιώς θα είναι σαν το ζώο που είναι δεμένο σε έναν πάσαλο και που μπορεί να κινηθεί μόνο όσο του επιτρέπει το σχοινί. Παρόμοια συμμορφώνεται κανείς λόγω μιας υποσχόμενης ή προσδοκώμενης ανταμοιβής, υπακούει, υποτάσσεται και τελικά το υπόδειγμα, η αυθεντία αποτελεί την πνευματική και δημιουργική του τροχοπέδη. Σ’ αυτό όμως δεν υπάρχει ελευθερία και σίγουρα δεν υπάρχει πειθαρχία, αφού απ’ τη μία η ελευθερία καταλύεται και απ’ την άλλη η πειθαρχία δεν υφίσταται, αφού πειθαρχία σημαίνει να μαθαίνεις, όχι να μιμηθείς ή να καταστείλεις και το να μαθαίνεις είναι η άρνηση κάθε αυθεντίας και υποταγής.
Αφετηρία στη δεδομένη εξερεύνηση κάνω την «εποχή» (έννοια επινοημένη από τους αρχαίους σκεπτικούς υπονοώντας πως ούτε λαμβάνουν θέση, ούτε απέχουν εντελώς, βασικά αναστέλλουν την κρίση τους, παρατηρούν και περιγράφουν, παρά αναλύουν και κριτικάρουν). Εποχή, λοιπόν, από κάθε προκατασκευασμένη εξήγηση ή διακαθορισμό, ώστε να ανοίξει ελεύθερος από εμπόδια ο δρόμος προς την αλήθεια. Η απαγκίστρωση από κάθε πεποιημένη αντίληψη, ανάλυση και εξήγηση, η εποχή που καθιστά εφικτή την προσήλωση στην ουσία, αποτελεί το σχέδιο που καταστρώνω (κατά την επιστήμη της φαινομενολογίας και γνωσιολογίας). Φαίνεται έτσι πως με την αποκήρυξη θεωριών και έξεων, ο νους θα αποσαφηνίσει τη συνείδηση, ξαναγυρνώντας στην αρχέγονη αφέλεια του θεατή που είναι ικανός να περιγράψει με ακρίβεια ό,τι βλέπει μέσα από το παρθενικό βλέμμα του ανθρώπου που έρχεται σε άμεση επαφή με τα πράγματα χωρίς παρεμβολές (εδώ πια ο παραλληλισμός με τον προορισμό του εκπαιδευομένου ο οποίος μετά από πολλά χρόνια εξάσκησης κατορθώνει να αποκτήσει ακλόνητο νου, ήτοι, να επιστρέψει στο πρωταρχικό στάδιο του αρχαρίου, είναι πασιφανής).
Εδώ είναι ανάγκη, θεωρώ, να εξάρω και να ενισχύσω σύμφωνα με τα παραπάνω την απαραίτητη υπεροχή της νόησης επί των αισθήσεων (υπεροχή, όχι συντριβή) προκειμένου να επιτευχθεί ορθώς η γνώση και ουσία που κρύβεται πίσω από τις πολεμικές τέχνες. Διότι η γνώση η οποία θεμελιώνεται επί των αισθήσεων είναι υποκειμενική και παροδική, ενώ η γνώση που θεμελιώνεται στον καθαρό Λόγο (ratio) είναι αντικειμενική και στατική. Πρέπει να αντιπαρατάξουμε στην ατομική γνώμη την γενική έννοια η οποία είναι υπερατομική και στέρεη. Αυτή μπορεί να σταθεί απέναντι στις μερικότερες ενσαρκώσεις, τις υποκειμενικές παραλλαγές και τα μεταβλητά και φθαρτά αντίτυπά της. Οι αισθήσεις μόνες, χωρίς την παρουσία του Λόγου δεν μπορούν να συμβάλουν στη γνώση και κατανόηση των πραγμάτων, των συστημάτων και του κόσμου. Τα αισθητήρια όργανά μας, τα παράθυρά μας προς τον έξω κόσμο, εκπληρώνουν την αποστολή που τους έχει ανατεθεί η οποία είναι η επεξεργασία των πληροφοριών που εμπίπτουν και ανταποκρίνονται στην κατασκευή τους. Πώς λοιπόν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι αυτό που μαθαίνουμε δεν φέρνει την ανθρώπινη σφραγίδα, κάνοντάς το κάτι άλλο απ’ ό,τι είναι για τον εαυτό του αφού κατά τη γνωστή ρήση – η συσκευή με την οποία πειραματιζόμαστε «κατασκευάζει» το φαινόμενο που παρατηρούμε. Πλανεμένοι από τις επιπόλαιες αισθήσεις μας πως δήθεν πλησιάζουμε τη γνώση και ουσία, είτε λέγεται αγάπη, είτε αρμονία, είτε ένωση, είτε ενέργεια, συντάσσουμε με άλλο τρόπο τα γεγονότα και τις έννοιές τους, τα βάζουμε σε άλλη σειρά, κακοποιούμε την αλήθεια ώστε να μας φανεί παραδεκτή, την ψευτίζουμε με τη σύμπραξη αφέλειας και συμφέροντος. Λες και η αλήθεια είναι απλώς ζήτημα ερμηνείας. Λες και το «περίπου» και η υποκειμενικότητα μπορούν να αποκτήσουν υπόληψη εμφανιζόμενα ως «απόλυτο» και αντικειμενικότητα. Συνήθως ο νόμος της αδράνειας υπαγορεύει εδώ την εκλογή μας. Παρεμβαίνει, ασύνειδα άλλοτε, η τεχνική της πνευματικής νοθείας και υποχρεωνόμαστε να συμπράξουμε με το ιδεολογικό status quo το οποίο κατευθύνει συνειδήσεις, κατασκευάζει αλήθειες, γεννάει οπαδούς, μόνο και μόνο επειδή έχουν περιβληθεί με κάποιο κύρος, απονεκρώνοντας την κριτική σκέψη και την δημιουργική ορμή με δογματισμούς του τύπου : «αυτό έτσι είναι», «πράξε κατά τον τάδε τρόπο και θα ανταμειφθείς κατά τον δείνα», «στην προσέγγισή σου υπερβάλεις» κλπ. Σοφοί που η προσκόλλησή τους στα θεωρητικά σχήματα ορισμένης σχολής τους έχει καταδικάσει σε πνευματική αγκύλωση, αγκυροβολημένοι στην υποκειμενικότητά τους που με αυταρέσκεια θωπεύουν τις αστόχαστες πνευματικές τους αποσκευές, νομίζοντας πως άπαξ και δημιουργήθηκαν έχασαν το δικαίωμα να εξελίσσονται, κλείνοντας έτσι τα μάτια προς την «αληθινή αλήθεια» ή χαμηλώνοντάς την για να συμπέσει με αυτή που πρεσβεύουν. Φανταζόμαστε πως κάθε αλήθεια που έχει αποκτηθεί εμπειρικά, δικαιολογεί άλλες αλήθειες, νέες, ανέξοδες, συνταγμένες παραγωγικά δια της λογικής. Αντί να ερευνούμε θέλουμε να συμπεραίνουμε. Ατελείς ιδέες των πραγμάτων, ασαφή και συγκεχυμένη, θολή και λειψή γνώση του κόσμου σχηματίζει το πνεύμα μας, όταν συλλαμβάνει τα πράγματα σύμφωνα με τη συνηθισμένη αλληλουχία που του παρουσιάζονται, δηλαδή κατά τις τυχαίες και συμπτωματικές σχέσεις τους. Όσο πλούσιο και αν υπήρξε το παρελθόν μας, η ανεξάντλητη πολλαπλότητα της πραγματικότητας το ξεπερνά, κάνοντας τα συμπεράσματα της περιορισμένης εμπειρίας μας ανεπαρκή. Σίγουρα θα ήταν ένα αρκετά σημαντικό επίτευγμα εάν κάποια διάθεση μπορούσε να μας ελευθερώσει από την αρπάγη της ιδεολογίας, ώστε ελεύθεροι από ιδεολογικές αξιώσεις να αναπτυσσόμαστε μαθαίνοντας καθώς προχωράμε.
Επιτυγχάνοντας τέτοιου τύπου πνευματική και νοητική χειραφέτηση, πώς να μην γίνεις σκληρός και τολμηρός απέναντι στον εαυτό σου και έντιμος απέναντι στα πράγματα καθαυτά; Χρειάζεται το θάρρος της γνώσης των περιορισμών και ατελειών μας. Δουλεύοντας με ένα σύστημα όπως το Aikido, χρησιμοποιούνται πολύ δυνατές έννοιες οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν βορά της πνευματικής δυσπραγίας και της νοητικής συμμόρφωσης του καθενός : ΑΡΜΟΝΙΑ – ΑΓΑΠΗ – ΑΡΕΤΕΣ – ΗΘΙΚΗ ……έννοιες παντοδύναμες, δυσανάλογες όμως της προσπάθειάς μας κατάληψης αυτών (εκτός κι αν το τίμημα είναι μικρό). Καθώς τις διατυπώνουμε στη γλώσσα μας και τις προσαρμόζουμε στη ζωή μας, κατά το μάλλον τις συμπιέζουμε και απλουστεύουμε τα νοήματά τους σε βαθμό αγνώριστο εν σχέσει με την καθαυτότητά τους. Μοιραία και αναπότρεπτα , αντί να μεγαλώνουμε εμείς στην κλίμακά τους, τις μικραίνουμε για να μπουν εκείνες στη δική μας. Τα βιώματα δεν συλλαμβάνονται πάντα με τον κατάλληλο τρόπο και στην πλήρη ενότητά τους, αφού προσεγγίζουμε τα πράγματα σχετικά μονόπλευρα. Παρ’ όλ’ αυτά δίνονται ταυτόχρονα και οι άλλες πλευρές τους, όχι καθαυτές αλλά υποδηλωμένες από την πλευρά που έχουμε συλλάβει με τις αισθήσεις – αφήνοντας πάντα ανοιχτούς ορίζοντες απροσδιόριστου. Έτσι, αυτές και άλλες έννοιες διευκρινίζονται κατά τον τρόπο που εμείς τους αποδίδουμε, δείχνοντας πως το υποκείμενο που εκφράζει μια κρίση, είναι καθορισμένο, δέσμιο μέσα σε μια σειρά από αιτιάσεις που ευθύνονται για την κρίση του. Η λογική της φαινομενολογίας είναι μια θεμελιακή λογική, που διερευνά με ποιο τρόπο, στην πραγματικότητα, υπάρχει για μας η αλήθεια. Προκειμένου να μην είμαστε αυστηροί στις απόψεις μας και πάντα ανοιχτοί στις επαναξιολογήσεις μας επί της κατάληψης μεγαλόπνοων εννοιών, εξηγεί : «…ο κόσμος με τα πράγματα δεν είναι αντικείμενα που εγώ κατέχω το νόμο της συγκρότησής τους. Είναι το φυσικό περιβάλλον και το πεδίο όλων μου των σκέψεων και αντιλήψεών. Η αλήθεια δεν ενέχεται στον άνθρωπο, ο άνθρωπος ανήκει στον κόσμο και γνωρίζει τον εαυτό του μέσα σ’ αυτόν. Ο κόσμος υπήρχε εκεί πριν από οποιαδήποτε ανάλυση του ανθρώπου, με το πραγματικό να πρέπει μόνο να περιγραφεί και όχι να κατασκευαστεί ή να συσταθεί».
Τόσο απαιτητικό έφτασε να μου φαντάζει το θέμα της γνώσης προτού μου αποκαλύψει τις σημασίες των εννοιών της, βλέποντας πως η επιπόλαιη σιγουριά είναι για τους ανυποψίαστους. Αυτής της πολυ-ταλαίπωρης γνώσης η οποία συγχέεται και ευτελίζεται τόσο συχνά με την αλαζόνα, επηρμένη γνώμη της εκάστοτε φτωχής εμπειρικότητας. Το αγκάθι του πολιτισμού στην ιστορία του ανθρώπου. Πείστηκα όμως πως, για όλες τις γνώμες που είχα αποδεχτεί, το καλύτερο για μένα θα ήταν να επιχειρήσω μια και καλή να τις βγάλω από μέσα μου, ώστε μετά να ξαναβάλω άλλες καλύτερες, ή τις ίδιες, αφού πρώτα τις συναρθρώσω με το αλφάδι του λογικού. Και πίστεψα σταθερά πως με αυτόν τον τρόπο θα κατάφερνα να κατευθύνω τη ζωή μου πολύ καλύτερα παρά αν έχτιζα μόνο πάνω σε παλιά θεμέλια και στηριζόμουν μονάχα πάνω στις αρχές που με είχαν κάνει να παραδεχτώ στα νιάτα μου χωρίς ποτέ να εξετάσω αν ήταν σωστές. Ποτέ ο σκοπός μου δεν ξεπέρασε την προσπάθειά μου να μεταρρυθμίσω τις προσωπικές μου σκέψεις, και να χτίσω πάνω σε έδαφος που να είναι ολότελα δικό μου. Αναγνώριση πλάνης, διάθεση γνώσης, τόλμη επαναξιολόγησης όλων των αξιών, θάρρος και εντιμότητα απέναντι στα πράγματα και στον εαυτό μου.
Ως το σημείο αυτό το πρακτικό και πνευματικό μου πόνημα, το SHUGYO (κατ’ εμέ), είχε ξεκάθαρες οδούς, σαφή καθοδήγηση, ορθολογική δρομολόγηση, αναφορικά με τα βασικά βήματα που χρειάζομαι ώστε η εκπαίδευσή μου σωματικά και πνευματικά να είναι αυτόνομη, υγιής, ξεκάθαρη, ανόθευτη. Η αυτό-ενδοσκόπηση, το RIAI, η αυστηρή προπόνηση, η εκπαίδευση του νου αρχικώς και οποιαδήποτε άλλη μορφή με την οποία ονομάζεται η τελική αναζήτηση από τους δασκάλους διαφορετικών λαών – πολιτισμών – εποχών, όλα είχαν μέσα τους κάτι κοινό. Κάτι χωρίς το οποίο η τελική μορφή της αναζήτησής τους θα ήταν άπλερη. Μιλάμε για την αρεταϊκή ηθική. Ένα μνημειώδες πόνημα που έχει απασχολήσει τους ανθρώπους πάνω από 2,5 χιλιάδες χρόνια, με αφετηρία κυρίως την ελεατική σχολή των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι πρώτοι ιστορικά χαμήλωσαν το βλέμμα τους και την αναζήτησή τους από τους ουρανούς με τα πνεύματά του, στα εγκόσμια με τους ανθρώπους του. Το συγκεκριμένο θέμα, η δεδομένη αξία, αποτελεί και βασικότατο μέρος αν όχι όλων, τότε των περισσοτέρων μαχητικών τεχνών. Πόσω μάλλον του Aikido, αφού η hakama με τις 7 πιέτες αντιπροσωπεύει και αντίστοιχα 7 αρετές. Το βασικό πρόβλημα με κάθε τέτοιο ένδυμα όμως, είναι πως περισσότερο αντιπροσωπεύονται τα χαρακτηριστικά του ενδύματος από το ένδυμα καθαυτό, παρά από τον άνθρωπο που τα φοράει. Η σύμπραξη διαφόρων παθών εμφανίζεται εδώ και χαλάει τα ζύγια της ηθικής ζυγαριάς μας. Πλάνη, οκνηρία, αλαζονεία, νωθρότητα… Θα μπορούσα να μιλάω για SHUGYO RIAI – αυτό-ενδοσκόπηση κλπ, χωρίς να είμαι έντιμος ; Ή γενναίος; Ή αφοσιωμένος ; Οι αρχές που αντιπροσωπεύουν οι πιέτες της hakama είναι οι εξής : γενναιότητα / κουράγιο, καλοσύνη / ανθρωπιά, ακεραιότητα / δικαιοσύνη, ευγένεια / πολιτισμός, ειλικρίνεια / εντιμότητα, πίστη / αφοσίωση, τιμή / αξιοπρέπεια. Αν τις φοράω σχεδόν καθημερινά, σημαίνει πως τις εκπαιδεύω και καθημερινά ; Αναφορικά με την αρεταϊκή ηθική, τα σπουδαιότερα πνεύματα, οι οξυδερκέστερες διάνοιες φαίνεται να μην έχουν κατασταλάξει σε κάτι συγκεκριμένο, σε μια καθαρή φόρμουλα. Οι σύγχρονοι άνθρωποι τις αποτυπώνουμε σε ένα έμβλημα, τις φοράμε ή τις διατυμπανίζουμε βαυκαλιζόμενοι έτσι ότι γινόμαστε κιόλας κοινωνοί αρετών και ηθικής, χωρίς να έχουμε δοθεί ούτε στο ελάχιστο στη διασαφήνισή τους έστω, γεγονός που τόσο απασχόλησε και απασχολεί σοφά πνεύματα ανά τους αιώνες.
Περιληπτικά θα αναφερθώ στο σχετικό θέμα του έργου ενός εκ των γνωστότερων ονομάτων του πολιτισμού και του πνεύματος, που καταπιάστηκε με την αρετή χωρίς να μπορέσει να καταλήξει, παρά την εμβριθέστατη αναδίφησή του, κοσκινίζοντας το θέμα με τη βάσανο του κριτικού και λογικού στοχασμού.
Διερωτάται , λοιπόν, αν το θάρρος π.χ. είναι μια αρετή ή Η ΑΡΕΤΗ. Το διερωτάται διότι, 1ον το θάρρος συνοδεία της φρόνησης γεννάει γόνιμα αποτελέσματα και προάγει ή καταλήγει στην ανδρεία / γενναιότητα. Το θάρρος όμως συνοδεία αφροσύνης μπορεί να καταλήξει σε επιπόλαιο παρορμητισμό / αυτοκτονία. Μήπως τότε η ορθοφροσύνη αποτελεί ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ, χωρίς την οποία το θάρρος χωλαίνει; Η ίδια σκέψη ακολουθεί και για τις υπόλοιπες αρετές, με ωραίες εξηγήσεις, δεν θα το αναλύσω όμως εδώ. Και 2ον ψάχνουμε την βασική ουσία της αρετής. Όχι όλες τις διαφορετικές ιδιότητες από τις οποίες συνυφαίνεται αυτή αλλά το βασικό στοιχείο της από το οποίο προσδιορίζονται μετά όλες οι ιδιότητές της. Δεν είναι δυνατόν να ξέρουμε με τι μοιάζει ένα πράγμα, χωρίς να ξέρουμε τι είναι αυτό. Η ουσία μπορεί να ερμηνεύσει τις ιδιότητες, όχι το αντίστροφο. Δεν δυνάμεθα να φανερώσουμε σε κάποιον ή σε εμάς μια αξία, μια έννοια, μια ιδέα, ένα πράγμα, με το να μιλάμε μόνο για ένα κομμάτι του / της. Και τη στιγμή που αγνοώ τι είναι ένα πράγμα, θα μπορούσα να ξέρω τις ιδιότητές του;
Απόλυτα ταιριαστά σ’ αυτήν την πρωθύστερη αναφορά του μεγάλου φιλοσόφου στις έννοιες της αρετής και ηθικής, έρχεται – προς βοήθειά μας – η γενεσιουργός προσέγγιση ενός άλλου, αντίστοιχα μεγάλου φιλοσόφου στο συγκεκριμένο θέμα, η οποία διαπότισε ολόκληρο τον μετέπειτα πνευματικό ρου όσων (μαχητών και μη) ασχολήθηκαν να ξεπεράσουν τον σκόπελο που γιγαντωνόταν μπροστά τους με τις έννοιες της αρετής και ηθικής, αλλά και της ουσίας τους. Ο συγκεκριμένος θεωρούσε σκόπιμο να αναφερθεί στις αυτονόητες αλήθειες, προκειμένου να προβληματίσει τους ανθρώπους σχετικά με την ακριβή οριοθέτηση αυτών των εννοιών. Ήθελε να θέσει το πρόβλημα της σχέσης φαινομένου και ουσίας. Προϋπόθεση για την αποτελεσματική έρευνα είναι να ξεκαθαρίσουμε το πεδίο έρευνας, τα δεδομένα που έχουμε ενώπιόν μας, τι ακριβώς υπάρχει και τι είναι αυτά ως προς την ιδιαίτερη ταυτότητά τους. Όταν οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται, η έρευνα δεν είναι δυνατή. Και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές στην περίπτωση των ανθρώπων αυτών που δεν διαθέτουν τον απαραίτητο πνευματικό εξοπλισμό και τις αναγκαίες γνώσεις, ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζουν τι είναι αυτό που όντως υπάρχει ή δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι αυτοί ζουν μέσα στην πλάνη, την άγνοια και την αμηχανία, αδυνατώντας να συλλάβουν ακριβώς τις έννοιες, με αποτέλεσμα μέσα στη σύγχυσή τους να μην έχουν καθαρή εικόνα για τα πράγματα που υπάρχουν, παρότι όμως δύνανται να γνωρίζουν ότι είναι διαφορετικά, μιας και όταν τίθεται μια αρχή, μια έννοια, αυτόματα η άλλη αίρεται. Τους λείπει η βέβαιη και ακριβής γνώση και δύναμη της ορθής κρίσης και απόφασης. Γι’ αυτό φαίνονται αναποφάσιστοι, αμήχανοι και δίβουλοι. Οι καθολικές και απόλυτες έννοιες της αγάπης, της αρμονίας, της αρετής κλπ είναι ενίοτε δυσβάστακτες για τις πνευματικές δυνατότητες των ανυποψίαστων και βαλτώνουν, δέσμιοι πια του ασαφούς και του μερικού. Γι’ αυτό η αναγωγή από τα επιμέρους πράγματα στο καθολικό και απόλυτο είναι κάτι που ξεπερνάει τις δυνάμεις τους. Εκεί αρχίζει η σύγχυση. Στην προκείμενη περίπτωση, η ελευθερία μας, οι διατυπώσεις μας, οι θεάσεις των πραγμάτων, είναι περιορισμένες όχι από κάποια ατέλεια της βούλησής μας, αλλά από μια ατέλεια της διάνοιάς μας που δεν κατορθώνει να σχηματίσει μια αποσαφηνισμένη γνώση των πραγμάτων.
Εύκολα συνάγεται το πρακτικό συμπέρασμα από τους στοχασμούς τούτους : όσο τελειοποιούμε τη διάνοιά μας και την ασκούμε (άμεση αναφορά και ταύτιση στο SHUGYO ενός εκ των προαναφερθέντων δασκάλου) να σχηματίζει ιδέες σαφείς και ευδιάκριτες, τόσο ασφαλέστερα κατευθύνουμε τη βούλησή μας προς την επιδίωξη του αγαθού και την αποφυγή του κακού, επομένως τόσο πιο ελεύθεροι γινόμαστε. Το ενέργημα του πνεύματος να αναδιπλώνεται και να στοχάζεται τον εαυτό του (το περίφημο cogito για την φιλοσοφική παράδοση) είναι το ακλόνητο βάθρο κάθε βέβαιης και αναντίρρητης γνώσης.
Υπάρχουν παραδόσεις που μεταφράζουν το SHUGYO δια της αναζήτησης του ασκούμενου έξω από το dojo/kwoon, άλλες παραδόσεις μέσω της πειθαρχίας, όπως την άμεση ανέγερση απ’ το κρεβάτι την στιγμή της αφύπνισης ή μέσω διαλογισμών και ασκήσεων μέσα σε κρύα νερά κλπ. Η παράδοση που προσιδιάζει περισσότερο σε πανανθρώπινες έννοιες, βρίσκοντας ταύτιση και παρακίνηση δράσης , είναι αυτή που θεωρεί πως : «Για να γίνουμε άξιοι της αληθινής αρετής, πρέπει οι μερικές κλίσεις μας να πειθαρχηθούν και να υποταχθούν σε μια γενική που να αγκαλιάζει ολόκληρη την ύπαρξή μας και να καθορίζει τις προθέσεις και τη δράση μας χωρίς μεταπτώσεις, επιείκειες και φτηνούς ενθουσιασμούς, αλλά αυστηρά, με τέλεια επίγνωση και της εσώτερής μας δύναμης και των εξωτερικών εμποδίων. Αυτή τη διάταση έως την καθολικότητα γενικών αρχών ένα μόνο συναίσθημα μπορεί να πραγματοποιήσει: το συναίσθημα της ομορφιάς και της αξιοπρέπειας της ανθρώπινης φύσης, το συναίσθημα του σεβασμού που οφείλουμε να αισθανόμαστε προς τον άνθρωπο σαν άνθρωπο – όχι σαν αγαπητό σύντροφο ή χρήσιμο σύντροφο, αλλά σαν ον μοναδικό στο είδος του που παίρνει την αξία του από την ίδια του τη φύση και όχι από τη σχέση που μπορεί να έχει προς την τρυφερότητα της καρδιάς μας ή προς την έπαρση και τον κομπασμό μας. Πρέπει να σέβομαι τον άνθρωπο σαν άνθρωπο και τον εαυτό μου σαν όμοιό του – ήρεμα και από ενδόμυχη πεποίθηση, από ‘αρχή’ συνειδητά θεμένη».
Υπέροχα λόγια, μεγαλόπνοα, που αποτελούν τα κύρια θέματα ενός μεγάλου και σεβαστού ηθικού συστήματος, άξιου υιοθέτησης κάθε έντιμου, αξιοπρεπούς, ανθρώπινου, γενναίου, δίκαιου, ευγενικού συστήματος.
Αυτή όμως η ηθικότητα, οι αρετές, οι αξίες, τα κίνητρα δράσης προς αναζήτηση και απόκτησης αυτών, βρίσκονται μέσα στα συστήματα; Επειδή αφιερώνει κάποιος 4-6 ώρες της εβδομάδας του μέσα σε ένα χώρο αγάπης και σεβασμού, επειδή φοράει τη hakama ή το ράσο ή ό,τι αντίστοιχο, επειδή υποκλίνεται 45 φορές τη μέρα, επειδή επαναλαμβάνει μηχανοποιημένα λόγια, επειδή διαλογίζεται κλπ, αυτά τον κάνουν ηθικό, αυθεντικά ειλικρινή; Η πλειοψηφία θα βιαστεί να το αρνηθεί, αλλά παρ’ όλ’ αυτά και ως είθισται, η ασυμφωνία θεωρίας με πράξης μεγαλουργεί μιας και η διαφορά από τη θεωρία στην πράξη είναι μικρή στην θεωρία αλλά μεγάλη στην πράξη. Τα αποκαλυπτικά λόγια που ταιριάζουν εδώ είναι ενός μεγάλου Έλληνα αγωνιστή πως, “δεν κάνουν τα φώτα τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος τα φώτα”. Την ιδεολογία του εκάστοτε πνευματικού χώρου ή κινήματος , ο άνθρωπος θα την πάρει και ή θα την φωτίσει μεγαλώνοντας τον ίδιο, ή θα την σκιάσει μικραίνοντάς τον. Και για να γιγαντώσεις, για να φωτίσεις οτιδήποτε πάρεις, χρειάζεται θέληση!
Η θέληση βρίσκεται πάντα ανάμεσα σε ένα αν-εμπειρικό (a priori) αξίωμα που την καθορίζει και σε ένα μετά-εμπειρικό (a posteriori) κίνητρο που την δραστηριοποιεί. Η ηθική αξία βρίσκεται μόνο στο αξίωμα που την καθορίζει, ανεξαρτήτως σκοπών και ωφελειών. Το μόνο μέρος που μπορεί να βρεθεί η ηθικότητα μιας πράξης είναι στο αν-εμπειρικό (a priori) αξίωμα που καθορίζει τη θέληση ώστε να τελέσει μια πράξη και όχι στον τελικό σκοπό, στην ύλη, στο αποτέλεσμα που επιδιώκεται με το πέρας της πράξης ώστε να καθοριστεί έτσι η θέληση. Το ακριβώς αντίθετο της αρχής της ηθικότητας είναι όταν η αρχή της ατομικής ευδαιμονίας – φιλαυτίας, καθίσταται καθοριστικός λόγος της θέλησης. Ο νόμος της ατομικής ευδαιμονίας συμβουλεύει, ο νόμος της ηθικότητας όμως επιτάσσει. Το αξιοσέβαστο του καθήκοντος δεν έχει καμία σχέση με την απόλαυση της ζωής. Και καθώς όλοι οι καθοριστικοί και παραινετικοί λόγοι της θέλησης, εκτός του ηθικού, είναι στο σύνολό τους εμπειρικοί, και συνεπώς ως τέτοιοι ανήκουν στην αρχή της ευδαιμονίας, για τούτο θα πρέπει στο σύνολό τους να αποχωρισθούν από την ανώτατη ηθική αρχή και ουδέποτε να ενσωματωθούν σε αυτήν ως όρος, επειδή αυτό θα ακύρωνε κάθε ηθικά αξία. Το καθήκον έχει τον ιδιαίτερο νόμο του. Μπορεί οι χώροι, τα συστήματα, οι ιδεολογίες να καταφέρνουν να καθοδηγούν και να προσανατολίζουν σχετικά τον άνθρωπο, αλλά ούτε θα τον κατασκευάσουν ούτε θα τον φθείρουν. Να τον αποκαλύψουν, αυτό το μπορούν. Π.χ. η αδικαιολόγητη επίθεση υψηλόβαθμου εκπαιδευτή σε αρχάριο ανήλικο μαθητή μέσα σε χώρο παγκόσμιας σεμιναριακής συνάντησης, επιβεβαιώνει τα μασκαρεμένα ένστικτα που τα ρούχα και οι υποκλίσεις ματαιοπονούν πυκνά συχνά να στριμώξουν στη γωνία της ιδιοσυγκρασίας μας.
Πάλι φαίνεται πως χωρίς συγκεκριμένη διασαφήνιση και οριοθέτηση των εννοιών στο μυαλό μας, απόρροια της ανανεώσιμης γνώσης αντί της δημιουργημένης γνώμης, η βούληση, μόνιμα ετερονομούσα, θα επιλέγει μέσα από ένα συνονθύλευμα αμφίβολων αξιών, οδηγώντας σε στρεβλά μονοπάτια και θεωρίες. Τίποτα δεν βλάπτει περισσότερο την ηθικότητα και τις αρετές από την αντίληψη ότι αυτά προκύπτουν από παραινετικά παραδείγματα. Γιατί πως μπορούν οι νόμοι που καθορίζουν τη θέληση του ενός, νόμοι εμπειρικοί (a posteriori), να θεωρηθούν καθοριστικοί για τη θέληση όλων των όντων; Κάθε παράδειγμα που τοποθετείται μπροστά μου, πρέπει πρώτα να εξεταστεί με αξιώματα ηθικότητας, ώστε να κριθεί εάν αξίζει να χρησιμοποιηθεί ως αρχέτυπο παράδειγμα, δηλαδή ως πρότυπο. Διότι το να με παρακινήσει κάποιος το να μιμηθώ π.χ. την άμεση ανέγερση απ’ το κρεβάτι με το που ξυπνήσω, είναι καθ’ όλα σεβαστό, δεν βρίσκω κανένα πρόβλημα, καθένας είναι βέβαια ελεύθερος να επιλέξει να το εφαρμόσει στην καθημερινότητά του – αυτό ή οτιδήποτε παρόμοιο –, το να ισχυριστεί όμως ο προτείνων την οιαδήποτε σχετική ενέργεια, ότι όσοι δεν σηκώνονται άμεσα στερούνται ισχυρής θέλησης, ότι μέχρι να σηκωθούν η συνείδησή τους είναι θολή, η κρίση τους το ίδιο και ότι το άτομο είναι έρμαιο των ενστίκτων του, δεν αποτελούν παρά αυθαίρετα συμπεράσματα, ανυπόστατα, άστοχα, ανεπαρκούς δειγματοληψίας, μικρού εμπειρισμού, αποφάνσεις τελικά οι οποίες εμπρός στο κύρος και την αυθεντία του ατόμου που τα δασκαλεύει, αναστέλλουν την κρίση, τη λογική ικανότητα και το δημιουργικό πνεύμα των οπαδών που θέλει να αγκαλιάσει. Η φιλαλήθεια είναι διαφορετική από την αλήθεια και ούτε αποτελεί επιχείρημα υπέρ αυτής, ούτε αποδεικνύει τίποτα γι’ αυτήν. Το ΕΓΩ είναι εδώ απλός φορέας αξιών, όχι προϋπόθεση των αξιών ή ένα υποκείμενο που θέτει ‘αξίες’ ή που πρέπει πρώτα να το υποθέσουμε, για να υπάρξουν ή να συλληφθούν οποιεσδήποτε αξίες. Για την ύπαρξη και για την ιεραρχική τους διάταξη δεν έχουν ανάγκη οι αξίες από το ΕΓΩ και τη δραστηριότητά του. Όποιος μελετά πραγματικά τη ζωή, δεν έχει δικαίωμα να ζει ακινητοποιημένος και να δίνει πίστη στην αποτελεσματικότητα συγκεκριμένων ερευνητικών μεθόδων οι οποίες τον ακινητοποιούν και τον καταδικάζουν εκ των προτέρων να εκφέρει κρίσεις ακλόνητες μεν και σεβαστές, πλην όμως ανερεύνητες και λανθασμένες.. Πρέπει να είναι έτοιμος για όλα, ανοιχτός.
Το ταρακούνημα της γνώμης και της δοκησισοφίας αποτελεί προϋπόθεση κάθε έρευνας, αυτογνωσίας, περισυλλογής, ανά-στοχασμού και φιλοσοφίας των ανήσυχων πνευμάτων, είτε είναι samurai της edo εποχής, είτε θρησκευόμενοι της σύγχρονης εποχής, είτε μαχητές / πολεμιστές / ασκητές οποιασδήποτε εποχής. Αρετή σε όλα αυτά δεν είναι η υπάρχουσα γνώση, αλλά η γνώση που διαρκώς αναζητείται. Εδώ δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω τον παραλληλισμό με τη σπείρα και την σπειροειδή της κίνηση, που τόσο συχνά αναφέρεται στο aikido σαν χρήση στις τεχνικές, εννοώντας πως δεν έχουμε να κάνουμε με έναν κύκλο που έχει αρχή και τέλος, που φτάνει σε ένα ίδιο σημείο όπου και κλείνει-ολοκληρώνεται, αλλά στο ότι εκεί που πάει να φανεί πως πλησιάζει το αρχικό αφετηριακό σημείο τείνοντας στην ολοκλήρωση, ξεφεύγει της πορείας και συνεχίζει προς μια νέα κυκλική μορφή, επαναλαμβανόμενο και στροβιλιζόμενο αέναα κατά την ίδια διαδικασία.
Δυνάμεθα να κατακτήσουμε την αλήθεια αλλά όχι αιωνίως και οριστικώς, γι’ αυτό η επανάληψη του αγώνα για τη γνώση είναι πάντοτε αναγκαία. Να εμβαθύνουμε συνεχώς στις ιδέες μας και στα πράγματα, επεκτείνοντας την προσπάθεια, επανερχόμενοι σε εκ νέου εξετάσεις των εκάστοτε ζητημάτων, χωρίς φόβο και κόπωση, στο όνομα της γνώσης για την κατάκτηση της οποίας η αλήθεια είναι το ιδανικό. Τέτοιες στάσεις διατηρούν άγρυπνο το πνεύμα, ελεύθερο και ειλικρινά διαλλακτικό.
Το SHUGYO μου θεμελιώνεται επί της έννοιας της αρετής, δηλαδή επί της πάσης πλευράς εντιμότητας κατά την προσπάθεια κατάκτησης της γνώσης, μέσω της οποίας γίνεται δυνητικά κατακτήσιμη ολόκληρη η σφαίρα της πραγματικότητας.

Όλα όσα έγραψα ως δεν αποτελούν παρά έναν σταθμό της ‘γραμμής’ που έχει πάρει το πνεύμα μου, σ’ αυτή την φάση της ζωής μου, με μόνη υποχρεώνουσα αρχή την μεταξίωση των αξιών. Κάθε νέα τροχιά που στήνεται, πάνω στην οποία θα προχωράει το πόνημα αυτό, θα είναι πάντα ευγνώμων στους γίγαντες της ιστορίας πάνω στις πλάτες των οποίων πάτησα ή θα πατάω, για να μπορώ να δω πιο μακριά και πιο καθαρά, κάνοντας τη διαδρομή περισσότερο εξυψωτική, δημιουργική, ασφαλή και πανανθρώπινη.
Μεγάλο μέρος της έκθεσης αυτής, λοιπόν, αποτελείται από τις ιδέες, τις σκέψεις, τις αποφάνσεις και τα συστήματα από τα θεόρατα έργα των προσώπων που τιμούν το εξώφυλλο, δια των οποίων, το πνεύμα, οι αξίες, οι ηθικές αρχές που διέπουν τους ευγενείς αγωνιστές κάθε εποχής και συστήματος χρωστάει τα μέγιστα. Οιαδήποτε αστόχαστη αντι-γνωμία ή αυθαίρετη αμφισβήτηση των θεωρημάτων (τους) που έχουν σταθεί τόσο στο χρόνο, απλά θα επιβεβαιώνει τους κανόνες τους.